Φωτογραφίες: Seth Caplan
Η διαμονή σε μια μεγάλη πόλη αποτελεί μεγάλη οικονομική πρόκληση, αλλά όταν πρόκειται συγκεκριμένα για το Μανχάταν, το εγχείρημα μπορεί να φαντάζει με άπιαστο όνειρο. Ωστόσο, το μόνο που ίσως χρειάζεται είναι το κατάλληλο έργο και λίγη αποφασιστικότητα για να γίνει αυτό το όνειρο πραγματικότητα. Ο χώρος που κάποτε στέγαζε τη «Florence Crittenton Mission for Women», στη συνέχεια ένα γουναράδικο, ενώ τη δεκαετία του 1970 λειτουργούσε ως λοφτ καλλιτέχνη, αποτελεί σήμερα το φιλόξενο σπίτι του Gabriel Yuri, σχεδιαστή και ιδρυτή του «New Operations Workshop».
«Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα μπορούσα να αντέξω οικονομικά ένα σπίτι σε αυτό το σημείο του Μανχάταν, αλλά η ημιτελής ανακαίνιση του προηγούμενου ιδιοκτήτη αποτέλεσε μια μοναδική ευκαιρία» εξηγεί. «Αν και ο χώρος χρειαζόταν δουλειά, μου έδωσε τη δυνατότητα να τον μεταμορφώσω σε κάτι ξεχωριστό, το οποίο ίσως άλλοι να είχαν προσπεράσει».
Σε αντίθεση με τη συνήθη τάση του 2026, όπου τα σύγχρονα σπίτια επιδιώκουν να δείχνουν άμεσα ολοκληρωμένα και τέλεια, ο Gabriel υποστηρίζει ότι το να αφιερώσεις τον απαραίτητο χρόνο για να χτίσεις τη δική σου σχεδιαστική ιστορία είναι τελικά μια πιο ουσιαστική και ικανοποιητική διαδρομή, έστω κι αν είναι λιγότερο συνηθισμένη. «Ήξερα ότι θα ήταν ένα μεγάλο έργο, και όντως ήταν. Πέρασα σχεδόν τέσσερα χρόνια κάνοντας σταδιακά βελτιώσεις, είτε μόνος μου είτε με τη βοήθεια τεχνιτών, όποτε το επέτρεπε το budget μου».
Στοιχεία που διατηρήθηκαν, όπως το δάπεδο του 19ου αιώνα, τα αυθεντικά πλακίδια της οροφής και τα φεγγίτες πάνω από τις πόρτες, προσφέρουν μια γεύση από τις προηγούμενες ζωές αυτού του διαμερίσματος στο Μανχάταν. Παράλληλα, ενσωματώνοντας έπιπλα που ανήκαν στην γιαγιά του, ο Gabriel προσθέτει στον χώρο και ένα κομμάτι της δικής του ιστορίας.
«Παρακολούθησα επίσης μαθήματα κατασκευής βιτρό, ώστε να μπορέσω να φτιάξω κάτι αντίστοιχο για τον φεγγίτη πάνω από την πόρτα του μπάνιου. Η γιαγιά μου συνήθιζε να φτιάχνει απλές κατασκευές αποθήκευσης για βιβλία και αντικείμενα, χρησιμοποιώντας στοίβες από τούβλα και ξύλα. Εγώ εφάρμοσα την ίδια λογική, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, στην κρεβατοκάμαρα».
«Είναι καλύτερο και φθηνότερο να γίνονται τα πράγματα με αργούς ρυθμούς. Κατά τη διάρκεια αυτού του έργου, μάζευα λίγα χρήματα και διέγραφα κάτι από τη λίστα μου». Έπειτα από τέσσερα ολόκληρα χρόνια, αμέτρητες αντικρουόμενες σχεδιαστικές αποφάσεις και έναν προϋπολογισμό που άγγιξε τα 175.000 δολάρια, το αποτέλεσμα είναι μια όαση ηρεμίας που ηρεμεί τη φασαρία της πόλης και σε παρασύρει να χαλαρώσεις.









