Το «μεγάλο φως» που λέγαμε παλιά, το φως που δήλωνε στη γειτονιά ότι επιστρέψαμε στο σπίτι μας, το λιγότερο κολακευτικό φως απ’ όλα (έχεις καταφέρει να τραβήξεις καλή σέλφι κάτω από τον πολυέλαιο του καθιστικού;). Το φωτιστικό οροφής είναι ένα από εκείνα τα αντικείμενα που «έρχονται με το σπίτι».

Tα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο δίνουμε προσοχή σε διαφορετικές πηγές φωτισμού και στρεφόμαστε στο layered lighting, που δεν είναι τίποτε περισσότερο από τον συνδυασμό τριών διαφορετικών ειδών φωτισμού: Του γενικού, που μας επιτρέπει να κινούμαστε άνετα στον χώρο, του λειτουργικού, που εξυπηρετεί συγκεκριμένες δραστηριότητες, και του διακοσμητικού, που προσθέτει βάθος, αναδεικνύει λεπτομέρειες και δημιουργεί συναίσθημα. Το πρόβλημα με την παραδοσιακή πλαφονιέρα είναι ότι προσπαθεί να κάνει και τα τρία ταυτόχρονα, συνήθως χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Δημιουργώντας μάλιστα ένα επιπλέον πρόβλημα – πώς διαμορφώνεις ένα δωμάτιο κάτω από ένα ακίνητο, κεντραρισμένο στοιχείο στο ταβάνι;

Οι ανάγκες μας αλλάζουν πολλές φορές μέσα σε μία μέρα, το ίδιο και οι διαθέσεις μας, οπότε και ένα δωμάτιο λουσμένο στο φως δεν μας εξυπηρετεί όσο μια λάμπα στη βιβλιοθήκη ή δίπλα από την καρέκλα που συνηθίζουμε να διαβάζουμε, τρεις – τέσσερις απλίκες που δημιουργούν ατμόσφαιρα, ένα φωτιστικό σε μια γωνιά, μια επαναφορτιζόμενη λάμπα που τοποθετούμε όπου θελήσουμε. Μικρές νησίδες φωτός που καθοδηγούν την εμπειρία.

Γιατί το «μεγάλο φως» μοιάζει ξαφνικά λάθος; Γιατί σπάνια κολακεύει. Ο ομοιόμορφος φωτισμός από την οροφή μειώνει την αίσθηση βάθους και δίνει σε όλα την ίδια οπτική βαρύτητα, ενώ μπορούμε αντ’ αυτού να αναδείξουμε τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του χώρου μας. Να χρησιμοποιήσουμε το φως ως αρχιτεκτονικό εργαλείο, ως διακοσμητικό στοιχείο, ως τρόπο να κατευθύνουμε το βλέμμα και να διαμορφώνουμε ατμόσφαιρα.