Υπάρχει μια φράση που λέμε όλοι κάποια στιγμή: «Μόλις τελειώσω με το σπίτι…»
Μόλις βάψω το υπνοδωμάτιο. Μόλις αλλάξω τον καναπέ. Μόλις βρω το σωστό τραπέζι. Μόλις μπουν οι κουρτίνες. Μόλις φτιάξω το μπαλκόνι.
Αυτή η πρόταση, όπως και το ίδιο το σπίτι, δεν ολοκληρώνεται σχεδόν ποτέ.
Το καινούργιο τραπέζι κάνει τις καρέκλες να μοιάζουν παλιές. Οι καινούργιες καρέκλες κάνουν το φωτιστικό να δείχνει ξένο. Το βάψιμο αναδεικνύει τις ατέλειες του πατώματος. Κάθε αλλαγή γεννά την επόμενη. Το σπίτι βρίσκεται πάντα μία αλλαγή μακριά από την ολοκλήρωσή του.

Το εύκολο είναι να κατηγορήσουμε τις τάσεις, την υπερκατανάλωση ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όλα παίζουν τον ρόλο τους. Δεν δίνουν, όμως, απάντηση σε κάτι πολύ πιο βαθύ:
Γιατί μιλάμε για το σπίτι σαν να είναι κάτι που κάποια στιγμή θα «τελειώσει»;
Δεν λέμε ποτέ «όταν τελειώσω με τη ζωή μου». Δεν λέμε «όταν τελειώσω με τη σχέση μου» ή «όταν τελειώσω με τους φίλους μου». Ξέρουμε ότι αυτές οι πλευρές της ζωής μεταβάλλονται διαρκώς. Δεν ολοκληρώνονται. Εξελίσσονται.
Με το σπίτι, εφαρμόζουμε έναν εντελώς διαφορετικό κανόνα. Το αντιμετωπίζουμε σαν να υπάρχει μια τελική, ιδανική εκδοχή του. Ένα σημείο μετά το οποίο δεν θα χρειάζεται άλλη αλλαγή, άλλη αγορά, άλλο βάψιμο. Θα μπορούμε, επιτέλους, να ηρεμήσουμε.
Η ψυχολογία μιλά για το φαινόμενο της ηδονικής προσαρμογής: την τάση του ανθρώπου να συνηθίζει πολύ γρήγορα κάθε νέα απόκτηση ή βελτίωση. Αυτό που χθες μας ενθουσίαζε, σήμερα θεωρείται δεδομένο. Ο καινούργιος καναπές παύει να είναι καινούργιος. Το φρεσκοβαμμένο δωμάτιο γίνεται απλώς… το δωμάτιο. Και σχεδόν ανεπαίσθητα, η σκέψη μετακινείται στο επόμενο σημείο που «μένει να γίνει». Το νέο γίνεται γρήγορα το φυσιολογικό και το βλέμμα στρέφεται αμέσως στο επόμενο κενό που πρέπει να καλυφθεί. Όχι γιατί το σπίτι είναι ανολοκλήρωτο. Αλλά γιατί η ανθρώπινη ζωή είναι.

Δεν αλλάζει μόνο ο χώρος. Αλλάζουμε κι εμείς.
Οι ανάγκες μας μετακινούνται. Οι συνήθειές μας εξελίσσονται. Ένα δωμάτιο που κάποτε εξυπηρετούσε τέλεια την καθημερινότητά μας μπορεί λίγα χρόνια αργότερα να μην μας εκφράζει καθόλου. Όχι επειδή σχεδιάστηκε λάθος, αλλά επειδή εμείς δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι. Και συνεχίζουμε να ζητάμε από το σπίτι μια αίσθηση οριστικότητας.
Στο μεταξύ, αναβάλλουμε όχι μόνο την επόμενη αγορά, αλλά και την ίδια την απόλαυση του σπιτιού.
«Θα καλέσουμε κόσμο όταν τελειώσει το σαλόνι.»
«Θα χαλαρώσω όταν βρω το σωστό φωτιστικό.»
«Θα απολαύσω το μπαλκόνι όταν το φτιάξω όπως το έχω στο μυαλό μου.»

Σαν να βρίσκεται η ζωή λίγο πιο μπροστά. Σαν να περιμένει υπομονετικά πίσω από μια κουρτίνα που δεν έχουμε ακόμη κρεμάσει.
Δεν είναι τυχαίο.
Έχουμε μάθει να βλέπουμε τα σπίτια ως εικόνες σε στιγμές απόλυτης ισορροπίας. Δεν βλέπουμε ποτέ το ίδιο σπίτι δύο χρόνια αργότερα. Δεν βλέπουμε τις μικρές μετακινήσεις, τις πρόχειρες λύσεις, τις αλλαγές που φέρνει μια νέα δουλειά, ένα παιδί, ένας χωρισμός ή απλώς ο χρόνος. Το σπίτι δεν είναι φωτογραφία. Δεν είναι ουσιαστικό – είναι ρήμα. Δεν είναι κάτι που ολοκληρώνεται. Είναι κάτι που συμβαίνει.
Μετακινείται, φθείρεται, επισκευάζεται, αλλάζει μαζί μας. Δεν κατοικούμε απλώς ένα σπίτι. Το δημιουργούμε καθημερινά, ακόμη κι όταν δεν το αντιλαμβανόμαστε. Δεν αγοράζουμε απλώς ένα τραπέζι. Αγοράζουμε τα κυριακάτικα τραπέζια που φανταζόμαστε ότι θα κάνουμε γύρω του. Δεν αλλάζουμε απλώς το υπνοδωμάτιο. Προσπαθούμε να πλησιάσουμε μια πιο ήρεμη, πιο οργανωμένη, πιο ισορροπημένη εκδοχή της καθημερινότητάς μας.
Το σπίτι γίνεται, σιωπηλά, μια υπόσχεση. Η υπόσχεση ότι, μόλις ολοκληρωθεί, θα ολοκληρωθεί μαζί του και κάτι μέσα μας. Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση.
Λογικά, δεν τελειώνει ποτέ. Επειδή η ιδέα του «τελειωμένου σπιτιού» δεν αφορά το σπίτι. Αφορά τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να πιστέψουμε ότι κάποια μέρα θα φτάσουμε σε ένα σημείο όπου όλα θα είναι, επιτέλους, στη θέση τους. Και ίσως η μεγαλύτερη ελευθερία να μην είναι να τελειώσουμε το σπίτι. Ίσως να είναι να αποδεχτούμε ότι, όπως κι εμείς, έτσι κι εκείνο θα βρίσκεται πάντα στη διαδικασία του να «γίνεται».
Embrace the loop.
