Θα σου το χωρίσω σε γενιές:

Οι Boomers μεγάλωσαν σε – και στη συνέχεια δημιούργησαν – σπίτια με χαρακτήρα. Στιβαρά έπιπλα που άντεχαν για δεκαετίες, διακοσμητικά αντικείμενα που δήλωναν οικογενειακά ήθη και δεσμούς, αισθητική που φανέρωνε καταγωγή, τάξη, παρουσία. Τα πάντα είχαν βάρος (κυριολεκτικό, συναισθηματικό, ψυχολογικό, κοινωνικό).

*Κράτα τη δεκαετία του ’80 ως τη στιγμή στο timeline του design όπου το σπίτι ξεκίνησε σιγά-σιγά να απομακρύνεται από το να αντικατοπτρίζει μια ζωή και άρχισε να προβάλλει μια εικόνα της.

Η Gen X στράφηκε προς την ευκολία και τη λειτουργικότητα. Με την είσοδο και των δύο γονιών στην εργασία, ο χώρος του σπιτιού ξέφυγε από την ιδέα του συναισθηματικού αρχείου και οργανώθηκε, σταδιακά, γύρω από την πρακτικότητα. Μέσα στα ’90s το open plan έγινε mainstream, διαδόθηκε το μαζικό design και η βιομηχανική επίπλωση, το σπίτι έγινε βάση παρά κέντρο.

Με τους Millennials το σπίτι έγινε εστέτ, συνειδητό πρότζεκτ και μέσο ταυτότητας. Pinterest, Instagram, millennial gray και sad beige, το interior design έπαψε να αφορά τον τρόπο ζωής και άρχισε να αφορά τον τρόπο με τον οποίο αυτός προβάλλεται. Οι χώροι έγιναν φωτογενείς, εύπεπτοι και εύκολα διαχειρίσιμοι οπτικά, απευθυνόμενοι σε μάζες, followers και πιθανούς ενοικιαστές. Η αισθητική έγινε αλγόριθμος, το universal appeal έγινε ζητούμενο, βρεθήκαμε όλοι δίπλα-δίπλα στο ίδιο mood board.

Από το 2020 και μετά, αυτό που πιάνεις στον αέρα είναι η αντίδραση στην ουδετερότητα.

Στις μονοκατοικίες που έγιναν διαμερίσματα, ψυχή τε και σώματι. Κάποτε περνώντας από την εξώπορτα ενός σπιτιού γινόσουν μάρτυρας του κόσμου του ιδιοκτήτη του, μάθαινες μυστικά, γούστα, συνήθειες, εμμονές. Τώρα κατά πάσα πιθανότητα θα μπεις σε ένα ανώνυμο σπίτι, που θυμίζει πολύ το δικό σου.

Η «αισθητική του Airbnb» είναι καθαρή, ήρεμη και ακίνδυνη, και διανύουμε την εποχή όπου αυτό αποτελεί πια πρόβλημα. Η ίδια η λύση που δόθηκε στην κούραση γενεών βαμμένη σε όλες τις αποχρώσεις του λευκού, έγινε κουραστική, όπως καθετί που περιορίζει την προσωπικότητα, με όσο καλές προθέσεις κι αν έρχεται.

Η πιο ύπουλη παρενέργεια της τελειότητας είναι μια βαθιά, παράξενη, ασήκωτη αίσθηση απουσίας.

Σαν κάποιος να έφυγε, σαν κάποιος να μην ήρθε ποτέ, σαν κάποιος να λείπει. Και στο δικό σου το σπίτι, αυτός ο κάποιος μοιραία είσαι εσύ. Οι άψογοι χώροι που επιβραβεύονται στις διαδικτυακές πλατφόρμες γιατί καταναλώνονται εύκολα ως κάτι οικείο και κατανοητό, στην πραγματική ζωή κρύβουν κάθε ίχνος παρουσίας. Τα «σωστά» εσωτερικά ακυρώνουν την ίδια την καθημερινότητα που τα κατοικεί.

Τα αληθινά σπίτια είναι πολύπλοκα, και δεν βγάζουν νόημα για όλους. Περιέχουν παρόρμηση, ακαταστασία, εξάντληση, παράπονο, αντίδραση. Μέσα τους θα συναντήσεις διάσπαρτες λανθασμένες αποφάσεις: μια πολυθρόνα σε ένα σημείο που δεν θα έπρεπε, λογικά, να βρίσκεται πολυθρόνα, ένα τραπέζι με φθαρμένες γωνίες που αρνείται να αντικατασταθεί, ένα χαλί που δεν συνδυάζεται με τίποτε, ένας τοίχος που βάφτηκε σε χρώμα που δεν ξέρεις καν γιατί υπάρχει ως χρώμα αλλά somehow it works, και δεν χρωστά εξηγήσεις.

Αυτή είναι η στιγμή της ιστορίας όπου προσπαθούμε να «κατασκευάσουμε» ζεστασιά, που θα θυμίζει στην ψυχή μας παλαιότερες εποχές. Ζεστασιά που δεν έρχεται, όμως, με την αγορά του «σωστού» αντικειμένου, αλλά προβάλλοντας ζωή, βίωμα, αποτυπώματα ρουτίνας. Με δωμάτια που κατοικούνται, και δεν απολογούνται γι’ αυτό. Είναι η ώρα που το «σπίτι» θέλει να γίνει και πάλι «σπιτικό», όχι ως σύνθεση αλλά ως παρουσία που μένει, ζει και φθείρεται μαζί μας.